απασχολώ


απασχολώ
απασχολώ, απασχόλησα βλ. πίν. 73

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • απασχολώ — (AM ἀπασχολῶ, έω) αποσπώ κάποιον από την κύρια ασχολία του νεοελλ. αναθέτω εργασία σε κάποιον αρχ. 1. παρεμποδίζω 2. επιβάλλω αλλαγή πορείας. [ΕΤΥΜΟΛ. < απ(ο) * + ασχολώ < άσχολος < α στερ. + σχολή «απραξία, αργία»] …   Dictionary of Greek

  • απασχολώ — [апасхоло] р. занимать кого либо делами, беспокоить …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • απασχολώ — ησα, ήθηκα, ημένος 1. αποσπώ την προσοχή κάποιου από την κύρια δουλειά του, τον κάνω να χάσει τον καιρό του: Με απασχόλησε δύο σχεδόν ώρες με τις υποθέσεις του. 2. βάζω σε σκέψεις: Με απασχολεί η στάση αυτή του ανιψιού μου απέναντί μου. 3. δίνω… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κατασχολώ — κατασχολῶ, έω (AM) μέσ. κατασχολοῡμαι ενδιαφέρομαι, καταγίνομαι, ασχολούμαι, σπουδάζω επιμελώς γύρω από κάτι («περί τινα τῶν ἐόντων κατασχολέονται», Περικτ. στον Στοβ.) αρχ. 1. απασχολώ με κάτι, στρέφω προς κάτι («περὶ τούτου τὴν διδασκαλίαν… …   Dictionary of Greek

  • περισπώ — περισπῶ, άω ΝΜΑ [σπω] 1. ενεργ. αποσπώ την προσοχή κάποιου από την κύρια ασχολία του και τήν κατευθύνω αλλού, φέρω περισπασμό, απασχολώ, διασπώ την προσοχή 2. παθ. περισπῶμαι, άομαι αποσπώμαι από την κύρια εργασία, μου 3. γραμμ. θέτω το σημείο… …   Dictionary of Greek

  • απορροφώ — ( έω κ. άω) (Α ἀπορροφῶ, έω) ρουφώ κάτι, προσλαμβάνω κάτι με απορρόφηση νεοελλ. 1. απασχολώ εξολοκλήρου τη σκέψη κάποιου 2. μέσ. αφοσιώνομαι εξολοκλήρου σε κάτι …   Dictionary of Greek

  • ασχολώ — ἀσχολῶ ( έω) (Α) [άσχολος] 1. παρέχω σε κάποιον απασχόληση, εργασία, απασχολώ 2. απασχολούμαι με δικές μου υποθέσεις, εργάζομαι …   Dictionary of Greek

  • δέχομαι — (AM δέχομαι Α και δέχνυμαι και δέκομαι) 1. παραλαμβάνω κάτι, παίρνω κάτι που μού προσφέρεται ή μού αποστέλλεται 2. συγκεντρώνω, μαζεύω, χωράει μέσα μου («η φιάλη δεν τό δέχτηκε όλο το νερό», «ὀπὸν κάδοις δέχομαι») 3. ανέχομαι, υπομένω («δεν… …   Dictionary of Greek

  • διαρτώ — διαρτῶ ( άω) (Α) 1. αναρτώ, εξαρτώ, κρεμώ 2. απασχολώ 3. εξαπατώ, ξεγελώ 4. αποχωρίζω …   Dictionary of Greek

  • εναπασχολώ — ἐναπασχολῶ ( έω) (Μ) απασχολώ κάτι ή κάποιον με κάτι άλλο …   Dictionary of Greek